κρίνω

κρίνω
κρίνον
white lily
neut nom/voc/acc dual
κρίνον
white lily
neut gen sg (doric aeolic)
κρί̱νω , κρίνω
separate
aor subj act 1st sg
κρί̱νω , κρίνω
separate
pres subj act 1st sg
κρί̱νω , κρίνω
separate
pres ind act 1st sg
κρί̱νω , κρίνω
separate
aor ind mid 2nd sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • Κρινῶ — Κρινώ fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) Κρινώ fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρίνω — κρίνω, έκρινα βλ. πίν. 172 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • Κρινώ — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρίνω — (AM κρίνω, Μ και κρινίσκω) 1. νομίζω, θεωρώ, φρονώ (α. «έκρινε ότι δεν έχουμε δίκιο» β. «κρίνω σε νικᾱν», Αισχύλ.) 2. σχηματίζω γνώμη (α. «μην κρίνεις τους ανθρώπους από την εμφάνιση» β. «εξ ιδίων κρίνει τα αλλότρια» γ. «ἄκουσον και κρῑνον»,… …   Dictionary of Greek

  • κρινῶ — κρῐνῶ , κρίνω separate aor subj pass 1st sg (attic epic doric) κρῐνῶ , κρίνω separate fut ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρίνω — έκρινα, κρίθηκα, κριμένος 1. σχηματίζω γνώμη, νομίζω, φρονώ: Έκρινα ότι η ενέργεια αυτή ήταν σωστή. 2. εκφέρω κρίση ως δικαστής, βγάζω απόφαση: Το δικαστήριο τον έκρινε αθώο. 3. διατυπώνω γνώμη για κάτι: Το έργο του κρίθηκε ευνοϊκά. 4. δίνω… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κρίνῳ — κρίνον white lily neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρῖνον — κρίνω separate aor imperat act 2nd sg κρίνω separate pres part act masc voc sg κρίνω separate pres part act neut nom/voc/acc sg κρίνω separate imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) κρίνω separate imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεκριμένα — κρίνω separate perf part mp neut nom/voc/acc pl κεκριμένᾱ , κρίνω separate perf part mp fem nom/voc/acc dual κεκριμένᾱ , κρίνω separate perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρῖνε — κρίνω separate pres imperat act 2nd sg κρίνω separate aor ind act 3rd sg (homeric ionic) κρίνω separate imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”